Εικόνα

Εικόνα

Ενας αρχαίος μύθος αναφέρει:

Αφού οι θεοί δημιούργησαν τον κόσμο, φοβήθηκαν ότι ίσως κάποτε ο Ανθρωπος τους επισκιάσει...


Θέλησαν λοιπόν να κρύψουν κάπου το μυστικό της Αθανασίας,

ώστε ο άνθρωπος να μην το βρει ποτέ και να παραμείνει θνητός και αδύναμος...

Ακούστηκαν πολλές απόψεις...

Η πιο σοφή ήταν να το κρύψουν μέσα στην καρδιά του Ανθρώπου γιατί εκεί δεν θα σκεπτόταν να ψάξει ποτε...

Ετσι και έγινε.


Εκτοτε ο Ανθρωπος αναζητα το κλειδί της αθανασίας οπουδήποτε αλλού εκτός από μέσα του...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελισσάνθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελισσάνθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Γρηγορείτε.. Μελισσάνθη



Μεσα στη γκρίζα και ταραγμένη πολιτεία ,

ανήσυχοι οι άνθρωποι κοιμούνται και ονειρεύονται  

αγκαλιασμένοι απ'το  'Σκοτάδι' που έχει απλωθεί παντού...



Και δεν υπάρχει κανείς που να τους καλεί σε Αφύπνιση

παρά ίσως μερικοι ποιητές...


Δίνοντας την ελπίδα ότι ισως κάποτε η Πόλη θα ξυπνήσει!


Στο ποίημα της  ''Γρηγορείτε'' Η Μελισσάνθη μας Φωνάζει...




Γρηγορείτε...

Στου λήθαργου βαθιά τη νεκρή θάλασσα

η Πολιτεία η βουλιαγμένη υπνώνει

πέτρινη μές στο πέτρινο της Όραμα.

Στα μάτια των φρουρών ο ύπνος πλημμύρισε

κι έχει το Σάλπισμα στα χείλη τους μαργώσει.


Γρηγορείτε!


Από σκοτάδι μια παλίρροια και άμπωτη

ροχθεί και σιγοτρώει τα θέμελά της.


Γρηγορείτε!


Εξω απ'τις πύλες της τις επτασφράγιστες

εξόριστη η Αυγή κυκλοφέρνει

ρίχνοντας το μεγάλο καλεσμά της.


Γρηγορείτε!


Σαν κύμα υψώνεται η κραυγή και θραύεται

και κρούει στο βάθος του ύπνου όλες τις θύρες.


Γρηγορείτε!


Μα η Πολιτεία η βουλιαγμένη υπνώνει

στου λήθαργου βαθιά τη νεκρή θάλασσα

πέτρινη μέσα στο πέτρινο της όραμα.

Κι όπως η σαύρα που κλωσσάει τ'αυγά της

έτσι κλωσσάει κι ο Ύπνος τους βραχνάδες της.


Γρηγορείτε!


Ταρίχεψε τους ζωντανούς ο λήθαργος

μέσα στις πέτρινες τους σαρκοφάγες

και των Φρουρών το Σάλπισμα πνιγμένο

στα γύψινα τους χείλη έχει μαργώσει.


Γρηγορείτε!


Μα πάνω κι απ'το βύθισμα της Πόλης

με βήμα γοργά όλο και Ξημερώνει


Γρηγορείτε!


Η βουλιαγμένη Πόλη όπως κουρνιάζει

πέτρινη μέσα στο Πέτρινο της Όραμα

μοιάζει να βρίσκεται μες το ύπνωμα της

πάνω στην ένταση της προσμονής


Γρηγορείτε!


Κι ήλιος χρυσός στο μεσουράνημα του

τον ουρανό θα κρούσει όπως καμπάνα

του ύπνου ο βραχνάς θα τιναχθεί να φύγει

και φεύγοντας σαν όρνεο θα χουγιάζει.


Γρηγορείτε!


Συθέμελη όλη η Πόλη θα σειέται

Θα ραγιστούν ως κάτω όλες οι πέτρες

κι οι ζωντανοί θα σηκωθούν σαν Ένας

έξω απ'τα μνήματα να περπατήσουν..




Μελισσάνθη, Οδοιπορικό (ποιήματα 1930-1984)
εκδόσεις Καστανιώτη














Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Ματαιότης. Μελισσάνθη.



Η έλλειψη αυτογνωσίας είναι η πληγή του σύγχρονου ανθρώπου

και η πηγή της δύστυχίας του σύγχρονου κόσμου...


Ο ανθρωπος, όπως λέει και ο Αγιος Νεκτάριος,

φαντάζεται ότι είναι κάτι σπουδαίο, ώντας μηδαμινός

και υπερηφανεύεται, ώντας ασήμαντος.


Στην εποχή μας αφθονούν οι πολυμαθείς

αλλά έχουν χαθεί οι Ταπεινοί Ανθρωποι,

γιαυτό και ό κόσμος έχει χάσει το ρυθμό και την άρμονία του...

και ο άνθρωπος καλείται να πληρώσει το τίμημα

της εωσφορικής του υπερηφάνειας.


Το ποίημα της Μελλισάνθης ''Ματαιότης'' εξάλλου αναφέρει...





Τι ήξερες χθές, που δεν υπήρχες μερμηγκάκι;

Κι αύριο που δεν θα υπάρχεις, τι θα ξέρεις πάλι;

Στην επιφάνεια, όλως τυχαία, μι'ανεμοζάλη

σ'έφερε ασήμαντο της μοίρας παιχνιδάκι.



Κι ο σίφουνας σε ξαναπαίρνει σε λιγάκι

-Μάταιη κάθε αντίσταση σου, κάθε πάλη-

μόλις σηκώνεις απ'το χώμα το κεφάλι

κι άβυσσοι, οι πιο ξέρηχοι σου φαντάζουν λάκκοι.



Τι αστείο, λοιπόν, έτσι οι γροθιές σου να υψωθούνε

τώρα, κατέναντι στους αιώνιους ουρανούς.

Τι κωμικοί κι όλοι οι Θυμοί σου τούτοι που'ναι



μπροστά στου απείρου τους άγνωστους ωκεανούς.

Μόνο ένα φύσημα να σε διαλύσει σώνει

και τα έργα σου όλα τα τρανά μια φούχτα σκόνη.



Οδοιπορίκο, Εκδόσεις Καστανιώτη



Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Στη νύχτα που έρχεται.. Μελισσάνθη



Ξεκινάμε ανάλαφροι καθώς η γύρη
που ταξιδεύει στον άνεμο.

Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά
γινόμαστε δέντρα που διψούν ουρανό
κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ᾿ τη γη




Μας βρίσκουν τ᾿ ατέλειωτα καλοκαίρια
τα μεγάλα κάματα.
Οι άνεμοι, τά νερά
παίρνουν τά φύλλα μας.

Αργότερα
πλακώνουν οἱ βαριές συννεφιές
μας τυραννούν οι χειμώνες κι οι καταιγίδες




Μα πάντα αντιστεκόμαστε,
ορθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε με νέο φύλλωμα

Ὡσότου, φτάνει ένας άνεμος παράξενος
-κανεις δε ξέρει πότε κι από ποὺ ξεκινά-
μας ρίχνει κάτω
μ᾿ όλες μας τις ρίζες στον αέρα.




Γιὰ λίγο ακόμα μες στη φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
-να πει μία τρίλια του στη νύχτα που έρχεται-
ένα πουλί.