Εικόνα

Εικόνα

Ενας αρχαίος μύθος αναφέρει:

Αφού οι θεοί δημιούργησαν τον κόσμο, φοβήθηκαν ότι ίσως κάποτε ο Ανθρωπος τους επισκιάσει...


Θέλησαν λοιπόν να κρύψουν κάπου το μυστικό της Αθανασίας,

ώστε ο άνθρωπος να μην το βρει ποτέ και να παραμείνει θνητός και αδύναμος...

Ακούστηκαν πολλές απόψεις...

Η πιο σοφή ήταν να το κρύψουν μέσα στην καρδιά του Ανθρώπου γιατί εκεί δεν θα σκεπτόταν να ψάξει ποτε...

Ετσι και έγινε.


Εκτοτε ο Ανθρωπος αναζητα το κλειδί της αθανασίας οπουδήποτε αλλού εκτός από μέσα του...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καζαντζάκης Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καζαντζάκης Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Εξομολόγηση στο Άγιο Όρος.. Νίκος Καζαντζάκης.



Στή φρικτή και άνυδρη έρημο των Καρουλίων του Αγίου Όρους, 
αναζήτησε ο Νίκος Καζαντζάκης τον Γερόντα Μακάριο, 
φημισμένο ασκητή, για να εξομολογηθεί. 

Τον συνάντησε σε μία σκοτεινή σπηλιά 
 αποστεωμένο και απόκοσμο.. 

Γράφει στην Αναφορά στον Γκρέκο.. 

..........................................................................

Κοίταζα με απληστία την ψυχή τούτη που είχε εξαφανίσει το κορμί της, 
αυτό βάραινε τις φτερούγες της 
και δεν την άφηνε ν' ανέβει στον ουρανό

 Ανήλεο, ανθρωποφάγο θεριό η ψυχή που πιστεύει. 
Κρέατα, μάτια, μαλλιά, όλα του τα χε φάει. 

Δεν ήξερα τι να πω, από που ν' αρχίσω.- 

 Βαριά η ζωή σου, γέροντά μου. 

Θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;

- Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια. 

- Πιο ανθρώπινος, γέροντά μου. 

- Ένας μονάχα δρόμος. 

- Πώς τον λέν; 

- Ανήφορο. 

Ν' ανεβαίνεις ένα σκαλί. 

Από το χορτασμό στην πείνα, 
από τον ξεδιψασμό στη δίψα, 
από τη χαρά στον πόνο. 

Στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. 
Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος διάλεξε. 

- Είμαι ακόμα νέος. Καλή ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω.
 
Aπλωσε ο ασκητής τα πέντε, κόκαλα του χεριού του, 
άγγιξε το γόνατό μου, με σκούντηξε: 

- Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει o Χάρος. 

 
Ανατρίχιασα. 

Γέροντά μου, του κάνω, 
δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω, 
δεν είμαι ο Πειρασμός.

 Είμαι ένας νέος που θέλει να πιστέψει απλοϊκά, 
χωρίς να ρωτάει, 
όπως πίστευε ο παππούς μου ο χωριάτης θέλω, 
μα δεν μπορώ. 

- Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε. 
Το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει. 

Ο αρχάγγελος Εωσφόρος, που εσύ υπερασπίζεσαι 
και θες να τον σώσεις, 
ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση;

Όταν στράφηκε στο Θεό κι είπε: 

Εγώ. 

Ναι ναι, άκου, νεαρέ, και βάλ' το καλά στo νου σου:
 
- Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ. Το εγώ, ανάθεμά το! 

Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:
 
- Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο, 
μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.
 
 - Με το εγώ αυτό ξεχώρισε από το Θεό. 

Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του. 

Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνος δεν υπήρχε δικό σου και δικό μου,

δεν υπήρχαν δυό, 
υπήρχε ένα. 

Το Ένα, 

 ο Ένας.

Αυτός είναι ο Παράδεισος που ακούς,
 κανένας άλλος. 

Από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει η ψυχή να γυρίσει. 

Βλογημένος ο θάνατος! 

τί ναι ο θάνατος, θαρρείς; 

Ένα μουλάρι, το καβαλικεύουμε και πάμε. 


Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπό του φωτίζουνταν.

Γλυκό, ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνουνταν από τα χείλια του
κι έπιανε όλο του το πρόσωπο. 

Ένιωθες βυθίζουνταν στην Παράδεισο. 

- Γιατί χαμογελάς, γέροντά μου; 

- Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε είμαι ευτυχής, παιδί μου. 

Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γρικώ τα πέταλα του μουλαριού, 
γρικώ το Χάρο να ζυγώνει. 


Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια 
για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής. 

Μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς. 

Η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει, αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο, 
έλαμπε o Εωσφόρος στο μυαλό μου, 
δεν είχε αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη του Θεού. 

Αργότερα, συλλογίστηκα, σα γεράσω, 
σαν ξεθυμάνω, 
σαν ξεθυμάνει μέσα μου κι o Εωσφόρος.

Σηκώθηκα. 

Ασκωσε ο γέροντας το κεφάλι. 

- Φεύγεις; έκαμε άε στο καλό. 

Ο Θεός μαζί σου. Και σε λίγο, περιπαιχτικά:
 
- Χαιρετίσματα στον κόσμο. 

- Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα. 

Και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς,
φταίει αυτός που έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.


Αναφορά στο Γκρέκο. Νίκος Καζαντζάκης. 

 

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Η αέναη πάλη του Νου με την Καρδιά.. Νίκος Καζαντζάκης



Κάθε άνθρωπος ακροβατεί
ανάμεσα στην επιθυμία του για ασφάλεια και μονιμότητα 
και την ανάγκη του να επεκτείνεται και να εξελίσσεται, 

αναζητώντας συνεχώς νέα όρια και νέους ορίζοντες..

Το σημείο όπου θα βάλει τον πήχη 
ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα 
καθορίζει και το πεπρωμένο του..

Γράφει ο ΝίκοςΚαζαντζάκης
 .........................................

Περπατάω στ'αφρόχειλα της αβύσσου και τρέμω: 
Δύο φωνές μέσα μου παλεύουν. 

Ο νούς: “Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; 
Μέσα στο ιερό περίβολο των πέντε αισθήσεων 
χρέος μας ν'αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου”. 

Μα μια άλλη μέσα μου φωνή , 
άς την πούμε έκτη δύναμη, 
ας την πούμε καρδιά, 
αντιστέκεται και φωνάζει: 

 Οχι!   Όχι! 
Ποτέ μην αναγνωρίζεις τα σύνορα του ανθρώπου! 
Να σπας τα σύνορα!
 Ν'αρνιέσαι ότι θωρούν τα μάτια σου!
 Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!” 

Ο νους:Λαγαρό και ανέλπιδο είναι το μάτι μου 
και θεάται τα πάντα. 
Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, 
μια παράσταση που δίνουν 
οι πέντε θετρίνοι του κορμιού μου. 

“ Κοιτάζω με απληστία, 
με ανείπωτη περιέργεια, 
και δεν έχω την αφέλεια του χωριάτη να πιστέψω, 
και ν'ανεβώ επάνω στη σκηνή 
επεμβαίνοντας στην αιματηρή κωμωδία”.

“ Είμαι ο θαυματοποιός φακίρης που ακίνητος, 
καθούμενος στο σταυροδρόμι των αισθήσεων, 
θετάται να γεννιέται και ν'αφανίζεται ο κόσμος, 
θεάται τα πλήθη να σαλεύουν 
και να φωνάζουν 
στα πολύχρωμα μονοπάτια της ματαιότητας. 

“Καρδιά, απλοική καρδιά, γαλήνεψε και υποτάξου!”. 

Μα η καρδιά αποτινάζει και φωνάζει: 

“ Είμαι ο χωριάτης και πηδώ απάνω στη σκηνή
 και επεμβαίνω στην πορεία του κόσμου!” 

Δε ζυγιάζω, 

δε μετρώ, 

δε βολεύομαι! 

Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. 


Ασκητική. Νίκος Καζαντζάκης.Εκδόσεις Καζαντζάκη.


Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Ε κακομοίρη Ανθρωπε ! Νίκος Καζαντζάκης





«Ε κακομοίρη άνθρωπε!»,
είπε δυνατά, 

«μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, 
κι εσύ βουλιάζεις 
στην κοπριά,
στην τεμπελιά 
και στην απιστία! 

Θεό έχεις μέσα σου,
Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις 

- το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, 
μα 'ναι πολύ αργά. 

Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, 
ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν!» 

Νικος Καζαντζάκης
Αδελφοφάδες.



Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

Διάλογος Αγιορίτη ασκητή με τον Νίκο Καζαντζάκη.



Ο Χριστός είναι η Μεγάλη Απόκριση σε όλες τις απορίες.

Όλα ξηγούνται, φωτίζουνται, μπαίνουν σε τάξη, κι η ψυχή ησυχάζει.

Ρωτάει, αγωνιάει, χάνει το δρόμο του, απελπίζεται μονάχα ο άπιστος.

Ύστερα από λίγες μέρες, στο Άγιον Όρος,
ένας ασκητής μεσοπάλαβος, έξαλλος,
σκαρφαλωμένος σε μια σπηλιά απάνω από τη θάλασσα,
μου 'πε ένα λόγο και με αποστόμωσε.

-Έχασες το μυαλό σου, δυστυχισμένε, του 'πα για να τον πειράξω.
Κι αυτός γέλασε:

-Έδωκα το μυαλό μου, είπε, και πήρα το Θεό.
Πάει να πει: έδωκα μια κάλπικη πεντάρα κι αγόρασα τον Παράδεισο.
Τι λες, τέκνον μου, ψώνισα καβαλάρης;

Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:
-Να σου πω και τούτο, για να ξέρεις, είπε.

Μια φορά ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς,
όμορφος, φαγάς, γλεντζές, με 365 γυναίκες στο χαρέμι του.

Κάποτε πήγε σ' ένα μοναστήρι, είδε έναν ασκητή:

-Πόσο μεγάλη είναι η θυσία που κάνεις!
του 'πε και τον κοίταξε με συμπόνια.

-Εσένα η θυσία σου είναι πιο μεγάλη, βασιλιά μου,
του αποκρίθηκε ο ασκητής.

-Πώς αυτό;

- Γιατί εγώ απαρνιέμαι τον εφήμερο κόσμο, ενώ εσύ τον αιώνιο.»


Νίκου Καζαντζάκη
Αναφορά στον Γκρέκο











Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

Και εσύ βρέχε όσο θέλεις ουρανέ μου...






Ο βοσκός: -Το φαγητό μου ψήθηκε,
                    άρμεξα τα προβατά μου, 
                    μανταλωμένο το καλύβι μου,
                    αναμμένη η φωτιά μου.
                    Και συ, βρέχε όσο θες Ουρανέ μου!
Ο Σοφός: -Δεν έχω ανάγκη πια απο φαγιά και γάλατα’
                  οι άνεμοι είναι το καλύβι μου,
                  έσβησε η φωτιά μου.
                  Και συ, βρέχε όσο θες Ουρανέ μου.
Ο βοσκός: -Έχω βόδια, έχω γελάδες, έχω λιβάδια πατρογονικά
                   κι έναν ταύρο που πηδάει τις αγελάδες μου.
                   Και συ, βρέχε όσο θες Ουρανέ μου




Ο Σοφός: -Δεν έχω βόδια,μήτε γελάδες,δεν έχω λιβάδια.
                  Δεν έχω τίποτα.
                  Δεν φοβάμαι τίποτα.
                  Και συ, βρέχε όσο θες Ουρανέ μου.
Ο βοσκός: -Έχω μια βοσκοπούλα υπάκουη και πιστή
                    χρόνια τώρα γυναίκα μου
                    και χαίρουμαι να παίζω μαζί της τη νύχτα.
                    Και συ βρέχε όσο θες Ουρανέ μου.
Ο Σοφός: – Έχω μια ψυχή υπάκουη και λεύτερη
                   χρόνια τώρα τη γυμνάζω και τη μαθαίνω να παίζει μαζί μου.
                   Και συ, βρέχε όσο θες Ουρανέ μου!
................................................................
Βιος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά.
Νίκος Καζαντζάκης



Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Το ανώτερο χρέος του ανθρώπου. Νίκος Καζαντζάκης





« Κάθε άνθρωπος είναι θεάνθρωπος, σάρκα και πνέμα,
να γιατί το μυστήριο μιας ορισμένης θρησκείας, είναι πανανθρώπινο.

Σε κάθε άνθρωπο ξεσπάει η πάλη Θεού κι ανθρώπου,
και συνάμα η λαχτάρα της συμφίλιωσης.

Τις περισσότερες φορές η πάλη αυτή βαστάει λίγο,
δεν αντέχει μια αδύνατη ψυχή ν' αντιστέκεται καιρό πολύ στη σάρκα,
βαραίνει, γίνεται κι αυτή σάρκα, κι ο αγώνας παίρνει τέλος.

Μα στους υπεύθυνους ανθρώπους,
που έχουν μερόνυχτα καρφωμένα τα μάτια τους στο ανώτατο Χρέος,
η πάλη ανάμεσα στη σάρκα και στο πνέμα ξεσπάει χωρίς έλεος
και μπορεί να βαστάξει ως το θάνατο.

«'Όσο πιο δυνατή είναι η ψυχή κι η σάρκα,
τόσο κι η πάλη πιο γόνιμη
κι η τελική αρμονία πιο πλούσια.

Δεν αγαπάει ο Θεός τις αδύνατες ψυχές και τις πλαδαρές σάρκες.

Το πνέμα θέλει νά' χει να παλέψει με δυνατή, γεμάτη αντίσταση σάρκα,
είναι πουλί σαρκοβόρο, που ακατάπαυτα πεινάει,
τρώει σάρκα και την εξαφανίζει αφομοιώνοντάς τη».

« Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου
σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του.

Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι,
λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας
και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά
-θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους-
να σταυρωθούν, ν' αναστηθούν, και να σώσουν την ψυχή τους. 

Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν,
και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της Ανάστασης..

Άλλον δεν έχει. ...» 

Ν.Καζαντζάκης