Εικόνα

Εικόνα

Ενας αρχαίος μύθος αναφέρει:

Αφού οι θεοί δημιούργησαν τον κόσμο, φοβήθηκαν ότι ίσως κάποτε ο Ανθρωπος τους επισκιάσει...


Θέλησαν λοιπόν να κρύψουν κάπου το μυστικό της Αθανασίας,

ώστε ο άνθρωπος να μην το βρει ποτέ και να παραμείνει θνητός και αδύναμος...

Ακούστηκαν πολλές απόψεις...

Η πιο σοφή ήταν να το κρύψουν μέσα στην καρδιά του Ανθρώπου γιατί εκεί δεν θα σκεπτόταν να ψάξει ποτε...

Ετσι και έγινε.


Εκτοτε ο Ανθρωπος αναζητα το κλειδί της αθανασίας οπουδήποτε αλλού εκτός από μέσα του...


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Ό σοφός και ο κοιμισμένος.. Ιστορία των Σούφι




Τα φάρμακα δεν έχουν πάντα γλυκιά γεύση..

Λέει ένας μύθος των Σούφι
......................................................

Κάποιος άνθρωπος είχε αποκοιμηθεί στο ύπαιθρο. 

Ένα δηλητηριώδες ερπετό 
άρχισε να μπαίνει στο στόμα του. 

Εκείνη τη στιγμή περνούσε κάποιος σοφός, 
καβάλα στ’άλογό του και τα είδε όλα. 

Προσπάθησε να εμποδίσει το ερπετό να μπεί, 
αλλά δεν πρόλαβε. 

Τότε, έδωσε στον κοιμισμένο ένα πολύ δυνατό χτύπημα 
για να τον ξυπνήσει. 


Μετά, τον υποχρέωσε με σκληρότητα 
να πάει κάτω από ένα δέντρο, 
εκεί κοντά, 
όπου υπήρχαν πολλά σάπια φρούτα πεσμένα χάμω. 

Ο καβαλάρης τον υποχρέωσε να φάει τόσα 
όσα δεν μπορούσε να φάει άλλο. 

Ο άνθρωπος διαμαρτυρόταν και φώναζε, 
ρωτώντας τι είχε κάνει και του φερόταν έτσι. 

Μετά ο καβαλάρης 
ανάγκασε τον άνθρωπο να τρέχει μπροστά του 
μέχρι που φουσκάλιασαν το πόδια του. 

Αυτό συνεχίστηκε μέχρι που, 
ύστερα από κάμποσες ώρες, 
ο δρομέας ξέρασε και έβγαλε όλα όσα είχε καταπιεί. 

Τότε είδε το απαίσιο ερπετό  
και  κατάλαβε ότι αυτό ήταν η αιτία 
για την κακομεταχείρηση του καβαλάρη. 


Στο δρόμο της σοφίας των Σούφι. 
Εκδόσεις Μπουκουμάνης.


Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Το καραβάν σεράι (ξενοδοχείο) : Στο δρόμο της σοφίας των Σούφι



Κάποτε, ο Κίντρ πήγε στο παλάτι του βασιλιά, 
άνοιξε δρόμο και έφτασε μέχρι το θρόνο του. 

Τόσο παράξενο ήταν το παρουσιαστικό του, 
που κανένας δεν τόλμησε να τον σταματήσει.

Ο βασιλιάς, 
που ήταν ο Ιμπραήμ Μπεν Άνταμ, 
τον ρώτησε τί γύρευε. 

Ο επισκέπτης απάντησε: 
Ψάχνω ένα μέρος να κοιμηθώ σ’αυτό το καραβάν-σεράι. 

Ο Ιμπραήμ απάντησε: 
Αυτό εδώ δεν είναι καραβάν-σεράι, 
αυτό εδώ είναι το παλάτι μου. 

Ο ξένος είπε: 
Ποιανού ήταν πριν από σένα; 

Του πατέρα μου, είπε ο Ιμπραήμ. 

Και πριν από τον πατέρα σου; 

Του παππού μου. 

Και το μέρος αυτό 
που οι άνθρωποι πάνε και έρχονται, 
μένουν και φεύγουν 

δεν το ονομάζεις εσύ Καραβάν –σεράι; 

Στο δρόμο της Σοφίας των Σούφι. 
Εκδόσεις Μπουκουμάνη.




Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Ο φιλοχρήματος καλλιτέχνης. Ιστορία Ζεν.



Ο Γκέσεν ήταν ένας καλλιτέχνης μοναχός. 

Πριν αρχίσει να σχεδιάζει ή να ζωγραφίζει 
επέμενε πάντοτε να πληρώνεται προκαταβολικά 
και οι αμοιβές που ζητούσε ήταν πολύ υψηλές. 

Ήταν γνωστός σαν ο τσιγκούνης καλλιτέχνης. 

Μία γκέισα του έδωσε κάποτε παραγγελία για ένα πίνακα. 

Πόσα μπορείτε να πληρώσετε; 
Ρώτησε ο Γκέσεν. 

Όσα ζητήσεις, απάντησε η κοπέλα, 
αλλά θέλω να κάνεις το έργο μπροστά μου. 

Έτσι κάποια μέρα, 
η γκέισα κάλεσε τον Γκέσεν σπίτι της, 
όπου έδινε συμπόσιο προς τιμήν του πάτρονα της. 

Ο Γκέσεν με εξαιρετική δεξιοτεχνία του έφτιαξε τον πίνακα. 

Όταν τελείωσε, 
ζήτησε την πιο μεγάλη τιμή 
που είχε ποτέ ζητηθεί στην εποχή του. 

Έλαβε την πληρωμή του. 

Μετά, η Γκέισα στράφηκε προς τον πάτρονα της λέγοντας. 

Το μόνο που θέλει αυτός ο καλλιτέχνης, 
είναι τα χρήματα. 

Οι πίνακές του είναι υπέροχοι 
αλλά ο νούς του είναι βρώμικος. 

Το χρήμα έχει κάνει το νου του σαν λάσπη.

Φτιαγμένο από ένα τόσο βρώμικο νου, 
το έργο του δεν αξίζει να παρουσιάζεται. 


Αργότερα μαθεύτηκε 
ότι ο Γκέσεν είχε τρείς λόγους 
να επιθυμεί τόσο πολύ τα χρήματα.

Μια φοβερή πείνα έπεφτε κάθε τόσο στην επαρχία του. 
Οι πλούσιοι δε βοηθούσαν τους φτωχούς 
και έτσι ο Γκέσεν είχε μία μυστική αποθήκη, 
άγνωστη σε όλους, που την κρατούσε γεμάτη σιτηρά, 
για την αντιμετώπιση της πείνας.

Από το χωριό του ως τον Εθνικό βωμό 
ο δρόμος ήταν σε πολύ κακή κατάσταση 
και πολλοί ταξιδιώτες υπέφεραν όταν τον περνούσαν. 
Ήθελε να φτιάξει έναν καλύτερο δρόμο.

Ο Δάσκαλός του είχε πεθάνει 
χωρίς να πραγματοποιήσει τον πόθο του, 
να χτίσει έναν Ναό 
και ο Γκέσεν επιθυμούσε να φτιάξει αυτόν τον Ναό 
για κείνον. 

Όταν ο Γκέσεν πραγματοποίησησε 
αυτές τις τρείς επιθυμίες του 
πέταξε τα πινέλα και τα υλικά του ζωγράφου , 
αποτραβήχτηκε στα βουνά 
και ποτέ δεν ξαναζωγράφισε.


Ζεν Τύπος και Ουσία. Εκδόσεις Μπουκουμάνης.


Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Οι δύο μοναχοί και η όμορφη κόρη. Ιστορία Ζέν.



Δύο μοναχοί βάδιζαν σιωπηλά 
πηγαίνοντας σε ένα γειτονικό μοναστήρι. 

Λίγο πρίν το δειλινό έφτασαν στην όχθη ενός ποταμού 
όπου τα νερά είχαν ανέβει 
λόγω των εποχιακών βροχών. 

Εκεί καθόταν λυπημένη μια όμορφη κόρη
καθώς φοβόταν να περάσει στην απέναντι όχθη.

Βλέποντας τους μοναχούς, 
ζήτησε ευγενικά αν θα μπορούσαν να τη βοηθούσαν. 

Ο νεαρός μοναχός χωρίς καν να την κοιτάξει, 
την επέπληξε έντονα 
καθώς θεώρησε 
ότι προσπαθούσε να τους σκανδαλήσει, 
 ενώ ήξερε ότι είχαν πάρει όρκο αγνότητας. 

Τότε ο ηλικιωμένος μοναχός της είπε: 

Καλή μου κοπέλα, 
πως είναι δυνατον να σε αφήσουμε αβοήθητη. 

Χωρίς να το σκεφτεί τη σήκωσε στην πλάτη του 
και την πέρασε απέναντι. 

Τότε η κοπέλα του χαμογέλασε ευγενικά, 
 τον ευχαρίστησε 
και συνέχισε την πορεία της. 


Μετά το γεγονός αυτό οι δύο μοναχοί 
 συνέχισαν τη σιωπηλή τους πορεία 

Οταν έφτασαν στον προορισμό τους, 
ο νεαρός μοναχός που συνέχισε να σκέφτεται την κοπέλα 
δεν κατάφερε να συγκρατηθεί 
και είπε στον συνοδοιπόρο του.

Πώς μπόρεσες και το έκανες αυτό! 
 Είναι εναντια στους όρκους που έχουμε δώσει! 

Τότε ο σοφός μοναχός του απάντησε. 

Αγαπημένε μου αδελφέ! 
 Συγχώρεσέ με! 

Εγω όμως μόνο για μία στιγμή την κράτησα 
και την άφησα κατόπιν! 

Εσύ γιατί την κρατάς ακόμη;




Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Συμεών, ο Ευλογημένος αχθοφόρος του Χριστού.



Τὸ 1922 ἦρθε ἀπὸ τὴν Μικρασία μὲ τοὺς πρόσφυγες 

ἕνα ὀρφανὸ Ἑλληνόπουλο, 

ὀνόματι Συμεών


Ἐγκαταστάθηκε στὸν Πειραιᾶ σὲ μιὰ παραγκούλα 

καὶ ἐκεῖ μεγάλωσε μόνο του. 


Εἶχε ἕνα καροτσάκι καὶ ἔκανε τὸν ἀχθοφόρο, 

μεταφέροντας πράγματα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. 


Γράμματα δὲν ἤξερε 

οὔτε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας. 


Εἶχε τὴν μακαρία ἁπλότητα καὶ πίστη ἁπλὴ 

καὶ ἀπερίεργη.


Ὅταν ἦρθε σὲ ἡλικία γάμου νυμφεύθηκε, 

ἔκανε δυὸ παιδιὰ 

καὶ μετακόμισε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Νίκαια. 


Κάθε πρωὶ πήγαινε στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ 

γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμάκι του. 




Περνοῦσε ὅμως κάθε μέρα τὸ πρωὶ 

ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, 

ἔμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστὰ στὸ τέμπλο, 

ἔβγαζε τὸ καπελάκι του καὶ ἔλεγε:...


«Καλημέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. 

Βοήθησέ με νὰ βγάλω τὸ ψωμάκι μου». 


Τὸ βράδυ ποὺ τελείωνε τὴ δουλειά του 

ξαναπερνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, 

πήγαινε πάλι μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔλεγε:


«Καλησπέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. 

Σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοήθησες καὶ σήμερα».


Καὶ ἔτσι περνοῦσαν τὰ χρόνια 

τοῦ εὐλογημένου Συμεών.


Περίπου τὸ ἔτος 1950 ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του 

ἀρρώστησαν ἀπὸ φυματίωση 

καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ. 


Ἔμεινε ὁλομόναχος ὁ Συμεὼν 

καὶ συνέχισε ἀγόγγυστα τὴ δουλειά του 

ἀλλὰ καὶ δὲν παρέλειπε νὰ περνᾷ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα 

νὰ καλημερίζει καὶ νὰ καλησπερίζει τὸν Χριστό, 

ζητώντας τὴν βοήθειά Του καὶ εὐχαριστώντας Τον.





Ὅταν γέρασε ὁ Συμεών, ἀρρώστησε. 


Μπῆκε στὸ Νοσοκομεῖο 

καὶ νοσηλεύτηκε περίπου γιὰ ἕνα μῆνα. 


Μιὰ προϊσταμένη ἀπὸ τὴν Πάτρα τὸν ρώτησε κάποτε:-

Παπποῦ, τόσες μέρες ἐδῶ μέσα δὲν ᾖρθε κανεὶς νὰ σὲ δεῖ. 



Δὲν ἔχεις κανένα δικό σου στὸν κόσμο;


-Ἔρχεται, παιδί μου, 

κάθε πρωὶ καὶ ἀπόγευμα ὁ Χριστὸς 

καὶ μὲ παρηγορεῖ.-


Καὶ τί σοῦ λέει, παπποῦ;


«Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή».


«Καλησπέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή».


Ἡ Προϊσταμένη παραξενεύτηκε 

καὶ κάλεσε τὸν Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, 

νὰ ἔρθει νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν μήπως πλανήθηκε. 


Ὁ π. Χριστόδουλος τὸν ἐπισκέφθηκε, 

τοῦ ἔπιασε κουβέντα, 

τοῦ ἔκανε τὴν ἐρώτηση τῆς Προϊσταμένης 

καὶ ὁ Συμεὼν τοῦ ἔδωσε τὴν ἴδια ἀπάντηση.


Τὶς ἴδιες ὧρες πρωὶ καὶ βράδυ, 

ποὺ ὁ Συμεὼν πήγαινε στὸ ναὸ 

καὶ χαιρετοῦσε τὸν Χριστό, 

τώρα καὶ ὁ Χριστὸς χαιρετοῦσε τὸν Συμεών. 




Τὸν ρώτησε ὁ Πνευματικός:

-Μήπως εἶναι φαντασία σου;

-Ὄχι, πάτερ, δὲν εἶμαι φαντασμένος, 

ὁ Χριστὸς εἶναι


-Ἦρθε καὶ σήμερα;


-Ἦρθε.-


Καὶ τί σου εἶπε;


-Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι. 


Κᾶνε ὑπομονή, 

σὲ τρεῖς μέρες θὰ σὲ πάρω κοντά μου πρωῒ-πρωΐ.


Ο Πνευματικός κάθε μέρα πήγαινε στο Νοσοκομείο, 

μιλούσε μαζί του και έμαθε για την ζωή του. 


Κατάλαβε ότι πρόκειται περί ευλογημένου ανθρώπου. 


Την τρίτη ημέρα πρωί-πρωί πάλι πήγε να δει τον Συμεών 

και να διαπιστώσει αν θα πραγματοποιηθεί η πρόρρηση 

ότι θα πεθάνει. 


Πράγματι εκεί που κουβέντιαζαν, 

ο Συμεών φώναξε ξαφνικά: 


«Ήρθε Ο Χριστός», και εκοιμήθη τον ύπνο του δικαίου...




Aπό το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», σελ. 349, 

Άγιον Όρος 2008 

Ιερόν Ησυχαστήριον Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, 

Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής



Πηγή