Εικόνα

Εικόνα

Ενας αρχαίος μύθος αναφέρει:

Αφού οι θεοί δημιούργησαν τον κόσμο, φοβήθηκαν ότι ίσως κάποτε ο Ανθρωπος τους επισκιάσει...


Θέλησαν λοιπόν να κρύψουν κάπου το μυστικό της Αθανασίας,

ώστε ο άνθρωπος να μην το βρει ποτέ και να παραμείνει θνητός και αδύναμος...

Ακούστηκαν πολλές απόψεις...

Η πιο σοφή ήταν να το κρύψουν μέσα στην καρδιά του Ανθρώπου γιατί εκεί δεν θα σκεπτόταν να ψάξει ποτε...

Ετσι και έγινε.


Εκτοτε ο Ανθρωπος αναζητα το κλειδί της αθανασίας οπουδήποτε αλλού εκτός από μέσα του...


Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Η διψασμένη Οχιά και τα άλλα ζώα. Αφηγήσεις από τη Ζωή του Γέροντος Παισίου




Ο Πάτερ Παίσιος εξημέρευε 
εξίσου τους ανθρώπους και τα ζώα. 

Πολλοί ταραγμένοι άνθρωποι 
έβρισκαν κοντά του γαλήνη. 

Αλλά και τα ζώα επίσης τον αγάπουσαν 
καθώς ακτινοβολούσε την αγνή άδολη αγάπη 
προς όλη τη κτίση 

Λέει ο Γέρων...
.........................................................


Μια φορά, τότε που ήμουν με την κήλη, 
κάποιοι εργάτες κουβαλούσαν ξύλα με τα ζώα 
εκεί στην περιοχή του Καλυβιού. 

Βλέπω σε μία στιγμή ένα ζώο 
να πέφτη, το καημένο, κάτω 
και το σαμάρι με τα ξύλα να πέφτει πάνω του.

Δίπλωσαν τα πόδια του και δεν μπορούσε να τα ισιώση. 

Εγώ ξέχασα ότι είχα κήλη, 
ξέχασα ότι δυσκολευόμουν ακόμη και να περπατήσω.

Τρέχω πετάω τα ξύλα. 
Πάω να σηκώσω το σαμάρι, δεν μπορούσα.
Δίνω μία τραβάω τα σχοινιά και ελευθερώσα το ζώο.

Οπότε ένα Πατέρας που ήταν εκεί κοντά φώναξε: 
Πρόσεξε, έχεις κήλη, θα πάθεις καμμία ζημιά! 

Τότε θυμήθηκα ότι είχα κήλη.
Καλά, του λέω, εγώ έχω κήλη. 
Εσύ που δεν έχεις κήλη γιατί δεν έτρεξες; 

Φοβήθηκα μη με κλωτσήσει, μου λέει. 

Ευλογημένε, του λέω το ζώο και λύκος να είναι, 
όταν το καημένο βρίσκεται σε ανάγκη, 
ζητάει βοήθεια και δεν κάνει κακό στον άνθρωπο.


Αλλά ακόμη και αν διψούν τα ζώα, 
στον άνθρωπο καταφεύγουν, 
γιατί ο άνθρωπος είναι το αφεντικό τους.

Θυμάμαι μία φορά, στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού, 
ένα καλοκαίρι, 
μία οχιά κατέβηκε από την λαμαρίνα της σκεπής 
και κουλουριάστηκε μπροστά μου. 

Σήκωνε το κεφάλι της ψηλά, 
έβγαζε τη γλώσσα της και σφύριζε. 
Διψούσε πολύ-Είχε καεί από τον πολύ καύσωνα-
και με απειλούσε.

Ζητούσε νερό, αλλά με επιτακτικό τρόπο,
λες και ήμουν υποχρεωμένος να της φέρω νερό.

‘Βρε, της λέω, 
εσύ, έτσι που κάνεις,
δεν συγκινείς τον άλλον’

Της έβαλα μετά νεράκι και ήπιε.


Τα τσακάλια πολύ με συγκινούν, 
γιατί, όταν πεινούν κλαίνε σαν μωρά παιδιά. 


Να δείτε τί έχω πάθει με τα γατάκια τώρα στο Καλύβι. 

Πρόσεξαν πως κάθε φορά που χτυπούσε το καμπανάκι, 
έβγαινα έξω,
και πότε-πότε τους έριχνα κάτι για να φάνε.

Όταν λοιπόν πεινούν, 
τραβούν το σκοινί και χτυπάει το καμπανάκι.
Βγαίνω και βλέπω να χτυπούν αυτά το καμπανάκι 
και τα ταίζω. 

Πως τα έχει κάνει όλα ο Θεός!
.....................................................

Γέροντος Παισίου Αγιορείτου 
Λόγοι Ε Πάθη και Αρετές. 
Ιερόν Ησυχαστήριον ‘Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος’ Σουρωτή Θεσσαλονίκης.



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου